«Σπαθί δέκα χρόνια αήττητο»
Ο Iωάννης Χρυσάφης (1873-1932), εκπαιδευτικός, συγγραφέας και αθλητής γυμναστικής δεν ανέφερε για τον «οπλομάχο» Ιωάννη Γεωργιάδη μόνο το 1906, μετά τη λήξη της Μεσολυμπιάδας στην Αθήνα, πως «όταν κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο στο ομαδικό της σπάθης, ηττήθηκε στον τελικό αλλά πριν τους αγώνες το σπαθί του ήταν δέκα χρόνια αήττητο»…
Πάντοτε οι αναφορές στον Γεωργιάδη δεν ήταν περιορισμένες στην αθλητική πορεία του. Η παράλληλη επιστημονική κατάρτιση του πατέρα της Ιατροδικαστικής στη χώρα μας ήταν η κορύφωση των αναφορών στο πρόσωπό του, ακόμη και μετά τις μεγάλες επιτυχίες του στη σπάθη, διότι αυτό ήταν το χρυσοφόρο αγώνισμά του στο άθλημα της ξιφασκίας. Εύλογος ο χαρακτηρισμός…
Αναφερόμαστε στον πρώτο χρυσό ολυμπιονίκη της σπάθης το 1896 στο Ζάππειο, όπου έγιναν οι αγώνες «οπλομαχίας» όπως ήταν η καθιερωμένη έκφραση της εποχής στη διοργάνωση-αναβίωση της κορυφαίας αθλητικής συνύπαρξης. Ο Χρυσάφης, μετά τη συμμετοχή του Γεωργιάδη, το 1924, σε ηλικία 50 (!) χρόνων στη σπάθη των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού και τον εύλογο πρόωρο αποκλεισμό του, επίσης έγραψε «οφείλουμε στο αθλητικό παράδειγμά του και την πολλά υποσχόμενη επιστημονική σκέψη του». Δεν είχε άδικο. Η ανάγνωση των εφημερίδων, με αφορμή τον θάνατό του στις 17 Μαΐου 1960, αποδεικνύει πως αναφερόμαστε σε πρόσωπο κοινής αποδοχής ανάμεσα στα μέλη της ιατρικής, αλλά και γενικότερα της επιστημονικής κοινότητας. Παράλληλα και μεταξύ των πολιτών λόγω της απλότητας του χαρακτήρα του.
Ο γεννημένος στην Τρίπολη (29/3/1874), Γεωργιάδης είχε -εντός και εκτός αγωνιστικών χώρων- πορεία αναμορφωτή! Αρχικά, στην εφηβεία, ήταν ξιφομάχος της «Γυμναστικής Εταιρείας Πατρών», μετέπειτα Παναχαϊκής και της «Αθηναϊκής Λέσχης» όταν πήγε για σπουδές Ιατρικής στην πρωτεύουσα από το 1894 ώς το 1899. Ηταν ακόμη, λοιπόν, φοιτητής Ιατρικής στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Εκανε, 22 χρόνων μόλις, δικό του το χρυσό μετάλλιο στη σπάθη, μετά από διαδοχικές νίκες με αντίπαλους τον Ελληνα Γεώργιο Ιατρίδη (3-0), τον Αυστριακό Αντολφ Σμαλ (3-2) και τον Δανό Χόλγκερ Νίλσεν (3-2).
Το 1900, ήδη βρισκόμενος στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές, μετείχε στη σπάθη των δεύτερων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων και αποκλείστηκε στα ημιτελικά «λόγω αντικανονικών χτυπημάτων». Θαρρείς πως η μομφή του αντικανονικού τρόπου του στον αγωνιστικό χώρο τον πείσμωσε… Το 1906 στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας στάθηκαν στο στέρνο του τόσο το χρυσό μετάλλιο στο ατομικό της σπάθης όσο και το αργυρό μετάλλιο στο ομαδικό. Εκλεισε την ολυμπιακή εμπειρία του στα του 50 χρόνια (Παρίσι 1924), δηλαδή παρέμενε εν ενεργεία αθλητής, επιστήμονας-ερευνητής, αλλά παράλληλα και επί 18 χρόνια (1918-1936) μέλος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής (ΕΟΕ).
Γιατρός επισήμως από το 1904 στην Αθήνα. Τότε ανέλαβε διευθυντής του χειρουργικού τμήματος του Βρεφοκομείου Αθηνών. Τρία χρόνια μετά έγινε επιμελητής στην έδρα Ιατροδικαστικής, Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και τακτικός καθηγητής της από το 1912. Κατείχε την πανεπιστημιακή έδρα ώς το 1947. Τότε συνταξιοδοτήθηκε και διορίστηκε επιστημονικός σύμβουλος στο Εργαστήριο Εγκληματολογικής Σημάνσεως του υπουργείου Εσωτερικών. Ηδη ήταν εκείνος που είχε εγκαινιάσει τη συστηματική εκτέλεση ιατροδικαστικών νεκροτομών, άγνωστη έως τότε και επιστημονικό ζητούμενο στην Ελλάδα.
Πολυσχιδής η δράση του. Υπήρξε συνεπής συλλέκτης πειστηρίων εγκλήματος από το 1912, εμπνευστής και εισηγητής της ύπαρξης του Εγκληματολογικού Μουσείου αλλά και του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής. Το 1910, ο ίδιος οργάνωσε το Εγκληματολογικό Τμήμα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικοβοιωτίας και δυο χρόνια αργότερα ήταν ο ιδρυτής του Νεκροτομείου Αθηνών. Συγγραφέας μελετών στα ελληνικά και γαλλικά, βάση τους το δίτομο έργο του. Τιτλοφορείται «Τοξικολογία, Ιατροδικαστική και Κλινική». Είχε εκδοθεί το 1926, βεβαιωθήκαμε πως παραμένει χρήσιμο εγχειρίδιο γνώσης και όχι μόνο. Κείμενο με αξία αρχειακού υλικού στις ιατρικές σχολές τόσο της ελληνικής όσο και της γαλλικής πρωτεύουσας…











