Από τον κατακερματισμό στη δημοκρατική σύνθεση: το στοίχημα της νέας Κυβερνώσας Αριστεράς
Το Μανιφέστο που δημοσίευσε το Ινστιτούτο Αλέξης Tσίπρας αποτελεί, πέρα από παρέμβαση στον σχετικό δημόσιο διάλογο που βρίσκεται σε εξέλιξη, σημαντική προσπάθεια επανασύνθεσης του προοδευτικού χώρου σε συνθήκες κρίσιμης πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής μετάβασης. Κι αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, διαμορφώνει ένα νέο προοδευτικό αφήγημα για την κοινωνία και τη δημοκρατία σε μια εποχή κατακερματισμού, αβεβαιότητας και κρίσης εκπροσώπησης.
Στο κέντρο του συγκεκριμένου αφηγήματος, ως άμεση αναγκαιότητα, τίθεται το ζήτημα της συγκρότησης μιας σύγχρονης Κυβερνώσας Αριστεράς. Οχι μιας Αριστεράς διαμαρτυρίας ή μιας δύναμης ηθικής καταγγελίας, αλλά μιας πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας με ικανότητα διακυβέρνησης, θεσμικής αντοχής και στρατηγικού ορίζοντα. Μιας Αριστεράς που λειτουργεί σαν δύναμη δημοκρατίας, δικαιοσύνης, αλλά και διακυβέρνησης.
Το Μανιφέστο αναγνωρίζει πως δεν πρόκειται για εύκολο εγχείρημα και η επίτευξή του απαιτεί μια δύσκολη, γοητευτική ωστόσο, διαδικασία κατά την άποψή μου: τη σύγκλιση της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής και Ανανεωτικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, πολιτικών χώρων με διαφορετικές ιστορικές διαδρομές, διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες και συχνά διαφορετικές αντιλήψεις για το κράτος, την οικονομία, τα κοινωνικά κινήματα και την ίδια τη δημοκρατία, οι οποίες κάποτε κατέληγαν και σε έντονες ιδεολογικές συγκρούσεις. Ομως είναι η ίδια η ζωή και οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που αναδεικνύουν την προτεινόμενη σύνθεση ως τη μόνη ρεαλιστική και ταυτόχρονα προοδευτική απάντηση στις πολλαπλές κρίσεις της εποχής: την ανισότητα, την κλιματική απειλή, την απαξίωση θεσμών, την εργασιακή ανασφάλεια και την άνοδο του εθνικισμού και της Ακρας Δεξιάς.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η αναγκαιότητα σύγκλισης των τριών αυτών πολιτικών ρευμάτων (τα οποία βρίσκονται αριστερά του Κέντρου κατά το κείμενο) δεν συνιστά μόνο εκλογική συνεργασία ή οργανωτική συνύπαρξη. Συνιστά την επιστροφή της πολιτικής στρατηγικής στον προοδευτικό χώρο. Συνιστά, κυρίως, προϋπόθεση συγκρότησης εκείνης της κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας που θα είναι ικανή να συνδέσει τις ανάγκες της κοινωνικής προστασίας με τον οικολογικό μετασχηματισμό, τη δημοκρατική εμβάθυνση με την παραγωγική ανασυγκρότηση, τα κοινωνικά δικαιώματα με την ασφάλεια και τη συλλογική προοπτική.
Το Μανιφέστο αναγνωρίζει πως σήμερα οι διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές παραδόσεις της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής και Ανανεωτικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας μπορεί και πρέπει να λειτουργήσουν συμπληρωματικά και επισημαίνει ότι η κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς οικολογικό μετασχηματισμό είναι ατελής· ότι η οικολογία χωρίς κοινωνική αναδιανομή γίνεται προνόμιο των λίγων· και ότι ο προοδευτικός μετασχηματισμός χωρίς δημοκρατική εμβάθυνση και θεσμικές εγγυήσεις κινδυνεύει να απολέσει το κοινωνικό του έρεισμα. Πρόκειται για δημοκρατική και συμπεριληπτική αντίληψη που διαπερνά το κείμενο. Είναι χαρακτηριστικός λ.χ. ο τρόπος που αντιμετωπίζει το θέμα των δικαιωμάτων, που ακόμα και σήμερα προσεγγίζονται ως «δευτερεύον» πεδίο σε σχέση με την οικονομία, και όχι μόνο. Το Μανιφέστο εντάσσει οργανικά τις ανάγκες και τα δικαιώματα των γυναικών και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας στον πυρήνα ενός σύγχρονου προοδευτικού σχεδίου, όχι με γενικόλογες, διεκπεραιωτικές αναφορές -όπως συμβαίνει για παράδειγμα με το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ που μόλις ψηφίστηκε-αλλά με συγκεκριμένες πολιτικές και θεσμικές αναφορές, επιλογή ύψιστης σημασίας, λαμβανομένης υπόψη της σύγχρονης ευρωπαϊκής και διεθνούς συγκυρίας, όπου η Ακροδεξιά και ο συντηρητικός λαϊκισμός επιχειρούν να επαναφέρουν έναν φοβικό, αυταρχικό τρόπο πρόσληψης της κοινωνίας, του φύλου (βιολογικού και κοινωνικού) και της ταυτότητας.
Τέλος, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρητικές και πολιτικές συμβολές του Μανιφέστου αποτελεί η πρότασή του για έναν νέο δημοκρατικό, συμπεριληπτικό και συνταγματικό πατριωτισμό. Εναν πατριωτισμό που θεμελιώνεται στη δημοκρατία, στο κράτος δικαίου, στην κοινωνική συνοχή, στην ισότητα και στην υπεράσπιση των συνταγματικών ελευθεριών. Εναν πατριωτισμό που δεν φοβάται τη διαφορετικότητα, αλλά την αναγνωρίζει ως παράγοντα ουσιαστικής δημοκρατίας, που αρνείται την εργαλειοποίηση της έννοιας του έθνους απέναντι στις/στους αδύναμες/ους, αλλά την επανασυνδέει με την κοινωνική αλληλεγγύη, τη λαϊκή κυριαρχία και τη δημοκρατική συμμετοχή, γεγονός που αποτελεί ουσιαστική διαφοροποίηση από άλλα σύγχρονα πολιτικά προγράμματα του κεντροαριστερού χώρου.
Ολοκληρώνοντας, θα έλεγα πως το Μανιφέστο επιδιώκει να διαμορφώσει εκείνον τον πολιτικό χώρο όπου η δημοκρατία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η οικολογία και τα δικαιώματα αποτελούν αδιαίρετες όψεις ενός ενιαίου σχεδίου κοινωνικού μετασχηματισμού. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει, ωστόσο, πως όσο κι αν φαίνεται πειστική και αναγκαία η όλη προσπάθεια, είναι προφανές πως θα κριθεί στη δυνατότητα της κοινωνικής αποδοχής, της πολιτικής αξιοπιστίας και στην επίτευξη οργανωτικής δομής και έκφρασης και, κυρίως, στο αν θα μπορέσει να αναδειχθεί σε πραγματικό φορέα μιας νέας προοδευτικής πλειοψηφίας.
*Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξης Τσίπρας











